Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

ΠΛΑΓΙΑ ΣΚΕΨΗ: Your Turn (again)

ΠΛΑΓΙΑ ΣΚΕΨΗ: Your Turn (again): ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΜΟΥ (ΞΑΝΑ)... Του Γεωργίου Ελ. Χατζιδάκη Διευθυντή Fulfill Contacts και Guerilla Marketing Συμβούλου Επικοινωνίας g...

Your Turn (again)



ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΜΟΥ (ΞΑΝΑ)...

Του Γεωργίου Ελ. Χατζιδάκη
Διευθυντή Fulfill Contacts και Guerilla Marketing
Συμβούλου Επικοινωνίας
GiorgosHatzidakis @ facebook
Γιώργος Χατζιδάκης @ linkedin
HatzidakisGiorg @ twitter

Κι ύστερα μάθαμε να ζούμε μες στον Τρόμο
Κι ο Φόβος φώλιασε για τα καλά μες στην Καρδιά μας
Κι έμαθα να κλειδώνω την Πόρτα αν-Ασφαλείας με το που μπαίνω
Και κάθε που βγαίνω από το Σπίτι
Και τσακώνομαι με την Ελένη γιατί δεν παίρνει μαζί της το Pepper spray
Και μάθαμε να κοιμόμαστε σε ένα μικρό μέρος του Σπιτιού
Γιατί στο υπόλοιπο φυλάει ο Άργος-Συναγερμός
Κι έχω πάντα το Όπλο δίπλα στο κρεβάτι
Και Γκλομπς και Μαχαίρια παντού να Καραδοκούν
Κι όσο για τα Σκυλιά... γι’ αυτά τα δόλια τρέμω πιο πολύ
Μα πώς, ΠΩΣ φτάσαμε ως εδώ;

Ίσως όλα να ξεκινήσανε πάνω από 10 χρόνια πίσω
Όταν οι Αλβανοί κλέψανε και χτυπήσαν στο κεφάλι
Τη Συνταξιούχο Λυκειάρχη συνάδελφο της Θείας μου
Και λίγους μήνες μετά πέθανε από το Αιμάτωμα
Κι η Θεία (που είναι σαν Μάνα μου) έπαψε να βγαίνει...

Μα στάσου, τότε δεν ήταν που, Αλβανοί ή Γύφτοι,
Μπήκαν στον Κάλαμο στο Εξοχικό και τα πήραν όλα
Ακόμα και το ρολόι που της είχα χαρίσει;
Και ξαναμπήκαν όταν κοιμούνταν και τους ξανάκλεψαν;
Τον ίδιο καιρό δεν έκλεψαν οι Γύφτοι που περνάνε
Τις Γλάστρες που είχα βάλει στην είσοδο να ομορφύνει;

Ίσως πάλι να ήταν το 2006, όταν ο Πολωνός αλήτης
Ο ευεργετημένος από μένα, σύζυγος της Καθαρίστριας
Αφού μου έκλεψε χρήματα κι έγινε πρεζόνι
Μου διέρρηξε και το Landrover με τεράστια ζημιά
Ακόμα πιο μετά μήπως, όταν ο Σκυλάραπας (έτσι και μόνο τους αξίζει)
Μου έκλεψε στη Σοφοκλέους την τσάντα μέσα από το αυτοκίνητο
Κι έτρεξα και τους κυνήγησα κι οι μαγαζάτορες φώναζαν:
«Μη, θα σε μαχαιρώσουν Τρελέ»!!!
Αλλά εγώ είχα πολλά χρήματα και έγγραφα σημαντικά
Και πένες και κλειδιά και άλλα κι έτρεξα και χώθηκα
Μες στο Κοπάδι των Αγρίων όπου «χόρευε»
Η Τσάντα και την πήρα πίσω
Και ύστερα συνειδητοποίησα ότι ζω από τύχη
Και την ίδια εποχή χτύπησα και κυνήγησα 2 ακόμη
Τσαντάκηδες-σκουλήκια-αλλοδαπά
Κι ο Κόσμος αντί να Βοηθήσει
Κύτταγε Αμέτοχος λες και δεν είν’ Καθήκον μας...

Ίσως πάλι να ήταν όταν ο Παναγιώτης,
Δικηγόρος καλός και φίλος και συμμαθητής παλιός,
Ανακοίνωσε περιχαρής ότι Αποφυλάκισε
Το 17χρονο Πακιστανό αλήτη
Που μέσα στο Σπίτι και στα μάτια του δεμένου Σύζυγου
Βίασε τη Γυναίκα μ’ έναν άλλο
Και Τρόμο ένιωσα όταν κατάλαβα
Πόσο ο ψευτοανθρωπισμός μας έχει Αλλοτριώσει
Και δεν αναγνωρίζουμε το Χτήνος όταν πρέπει
Κι αντί να το Σκοτώσουμε του Χαριζόμαστε
Και το βοηθούν ακόμη, Αθέλητοι Εφιάλτες...

Μπορεί να ήταν και το Μαύρο 8,
Σαν είδα έξω από το σπίτι μου, μες στη σκια,
Τα Αλβανά να αλλάζουν και να κρύβουν ρούχα
Και μύρισα τη βενζίνη από τα Μαρκούτσια που κουβαλούσαν
Και δεν τους ρίχτηκα γιατί κι αν Συλλαμβάνονταν
Σε λίγο θα ήταν ελεύθερα Κωλόπαιδα
Ζημιά για να μου κάνουν
Και όλοι όσοι Βλέπαμε, καταλάβαμε τότε,
Ότι με Αφορμή ένα Άχρηστο Κακομαθημένο
Κάηκε η Αθήνα και οι Αλλοδαποί Πλιατσικολόγησαν
Άλλωστε μας το είπαν και στα Μούτρα μας
Τα Μαγαζιά στα Τίρανα που Πλιάτσικο πουλάνε
Και Συνεντεύξεις που δώσανε οι Μαροκινοί

Τότε άρχισα και να Εμβολιάζομαι
Γιατί Ηπατίτιδες, Φυματίωση, Ελονοσία, Λέπρα και Μηνιγγίτιδες
Ξανάρθανε στη χώρα μας και αλωνίζουνε
Μαζί με τα αλλοδαπά που ανεξέλεγκτα πλέον Εισβάλλουν
Και το ΚΕΛΠΝΟ βγάζει συνέχεια Ανακοινώσεις
Που Κανείς δεν Προσέχει και δεν ακούει
Και οι Διεθνείς Οργανισμοί μας κήρυξαν Επικίνδυνη Χώρα
Αλλά Ποιός Νοιάζεται που Δε θα Έρθουν Τουρίστες;
Κι έμαθα από την Κουμπάρα μου πώς Γύφτοι κι Αλλοδαποί
Κάνουν κουμάντο στα Νοσοκομεία και Απειλούν και Δέρνουν
Αν δεν περάσει το Δικό τους και δεν εξυπηρετηθούν
Κατά Προτεραιότητα, έτσι αρμόζει σε Κατακτητές
Των Δόλιων, Θηλυπρεπών και Φοβισμένων Ελλήνων
Και ο Γρηγόρης παρολίγο να Πεθάνει
Γιατί στον Ευαγγελισμό οι Γύφτοι είχαν λέει Δείρει
Το χειριστή του Αξονικού και έλειπε
Και στον Πύργο δόθηκε Μάχη Γύφτων και Αλβανών
Για το Κουμάντο του Νοσοκομείου
Και οι Γύφτοι Ηττημένοι φεύγοντας τα ‘Σπάσαν

Ίσως πάλι να ήταν το καλοκαίρι εκείνο που,
Από διακοπές γυρνώντας είδα το Γραμματοκιβώτιο να λείπει,
Κάποιος Γύφτος περιφερόμενος θα το είδε και του Γυάλισε,
Κι άρχισα να μιλάω και να ρωτάω κι έμαθα: στη Χαριλάου Τρικούπη
Όπου ζω, μαγαζί που να μην το έχουν τσακίσει οι Αλλοδαποί δεν έχει
Τον 70χρονο Παντοπώλη θαυμαστό, τον έσερναν Πακιστανοί
Απ΄το λαιμό στο δρόμο και το Μπακάλικο του αδερφού του
Το κλέβουνε συνέχεια κι έβαλε σίδερα και του τα κόψανε κι αυτά
Ο ψιλικατζής έβαλε πόρτα που ανοίγει με κουμπί γιατί
Δυο φορές μες στο Δεκέμβρη μπήκαν ένοπλοι Ανατολικοί
Και στα Ηλεκτρικά Είδη χτύπησε ο Τωνυ και τον είχε στο πάτωμα
Με το πιστόλι στο λαιμό και τρέμει που θα πάει Δικαστήριο
Το φτωχοζαχαροπλαστείο ακόμη πια θρηνεί
Τα ουίσκι που του κλέψαν μεθυσμένοι Πολωνοί
Και ξέρουνε που κρύβονται και πίνουν
Μα η Αστυνομία δεν πηγαίνει θέλει λέει Παραγγελία Εισαγγελική
Στο Φαρμακείο μπαίνουν κάθε μέρα
Και είναι μια γυναίκα μόνη εκεί πέρα
Και το μικρό Καφέ στο σπίτι το παλιό
Προχτές τη νύχτα το ρημάξανε κι αυτό
Ακόμη και ο Αλβανός που βοήθησα
Γιατί μου είχε κάποτε τίμια δουλέψει
Και στο εργαστήρι να κοιμηθεί τον άφησα
Και χρήματα για νοίκι του έδωσα
Με έκλεψε...

Ίσως ο φόβος να αγρίεψε όταν
Ο Γιάννης το παιδί με το χαμόγελο και με τα τρια σκυλάκια
Μας έδειξε στο κινητό τη Μάνα του που στην Κυψέλη
Γυρνώντας απ’ τη λαϊκή της έσπασε μούτρα και πόδι
Ο αράπης και την άφησε μες στον ανελκυστήρα να πεθάνει
Και είναι μόνο τύχη που επέζησε
Και του Βασίλη του παλιού συμμαθητή τη μάνα
Της έκαναν κιμά το πρόσωπο, πλ. Αμερικής
Και το αίμα πήγε στον εγκέφαλο κι έκανε λοίμωξη
Και δεν ξαναπηγαίνω πια στο ταβερνάκι της Μεθώνης
Γιατί μια μέρα μεσημέρι είδαμε τα αίματα και τα χρυσαφικά
Στο δρόμο της γριούλας που οι αλήτες είχανε πετάξει
Τραβόντας της απ’ το λαιμό ότι φόραγε...
Του αδελφού μου Μάκη ο πεθερός ο 80χρονος ευθυτενής
Αιμάτωμα λέει έπαθε όταν οι Πακιστάνοι με λοστό
Μες στον ανελκυστήρα τον χτυπήσανε
Κι ο Παναγιώτης που σώζε Πακιστανούς, ετρόμαξε
Και πήρε τη μητέρα από το ιδιόκτητο στη Μάρνης
Και της ενοίκιασε Κυψέλη, Φοβάται λέει εκεί...
Και καθημερινά διαβάζω για σκοτωμούς γερόντων
Κι είναι όλο Αλλοδαποί και Γύφτοι οι φονιάδες
Και που τους πιάνουν τι; Γρήγορα έξω πάλι θα’ναι
Όπως αφέθηκε ελεύθερο εκείνο το Πακιστανό
Σκατό που σκότωσε τον οικογενειάρχη στην Ηπείρου
(Ήτανε λέει μέσα για εμπορία, βγήκε στα 2/5)

Ακόμα κι άλλο χειροτέρεψε
Σαν πήγανε να με σκοτώσουν οι βρωμιάρηδες
Που με κλεμμένα καροτσάκια κλέβουν τα σκουπίδια
Κι άμα τους φύγουνε στο δρόμο κινδυνεύεις
Και όλο παίρνω την Αστυνομία και λέω «μαζέψτε τους»
Πέντε εγκλήματα η παρουσία τους μαζεύει
Κι οι δρόμοι μας είναι γεμάτοι από αυτούς
Και άλλες δυο φορές κινδύνεψα
Γιατί πετιούνται μέσα από τα αυτοκίνητα
Κι αν τους σκοτώσεις είναι έγκλημα
Κι όταν δεν βρίσκουν άλλα μέταλλα, σχάρες κλέβουν
Και σιδεριές και μπάρες προστατευτικές και σκαλωσιές
Τα νεοκλασσικά που προστατεύουν (τους έχω δει)
Και στο Λυκαβηττό είμασταν τρεις σαν είδαμε
Μαύρους αλήτες να’ χουν κλέψει τους σωλήνες
Της ύδρευσης κι αμέριμνοι να κατεβαίνουν!!!
Οι τάφοι των γονιών μου στο Μελιγαλά βρωμάνε
Γιατί οι Γύφτοι κλέψανε σχάρες των υπονόμων
Και παραδίπλα το Κοπανάκι δίχως ρεύμα έμεινε
Μετασχηματιστές ΔΕΗ 25 στην Πελοπόνησσο και μόνο
Για το χαλκό τους κλέψανε κι η Πειραιώς
Βρωμάει κάθε μεσημέρι από τους Άρπαγες
Που κατεβαίνουν με το πλιάτσικο μιας Πόλης
Πάνε στους Γύφτους, τα Μεγάλα Αφεντικά
Που έχουν καταλάβει Παράνομα γης
Ιδιωτική-Δημόσια, το ίδιο κάνει
Και στο Βοτανικό ο Ρουσσάκης θρηνεί
Που όχι μόνο το οικόπεδο του έχουν καταλάβει
Αλλά η Αστυνομία αδυνατεί να εφαρμόσει Διαταγή
Να διώξει και στους ιδιοκτήτες ν’ αποδώσει
Και στήσανε μου λέει και χυτήρια και δεν μπορεί
Στο σπίτι του το ίδιο να σταθεί από την μπόχα
Του πλαστικού που καίνε, θα είναι τα καλώδια..
Το ίδιο κάνανε και Μεσογείων και πληρώσαμε
Αποζημίωση στους ιδιοκτήτες γιατί λέει Αδυνατούμε
Να εφαρμόσουμε το Νόμο και τους Καταπατητές να Διώξουμε
Και πήγε η ΔΕΗ να κόψει την κλοπή του Ρεύματος
Με Περιπολικό και το ‘καψαν μέσα στη Μεσογείων
Και είναι ακόμη Ατιμώρητοι εκεί!!!

Μα πιο πολύ φοβάμαι όταν βλέπω την κατάντια
Για δικαιώματα ετούτων των Φονιάδων να μιλούν τα Θύματα
Και Ρατσιστή με λένε και χειρότερα
Που λέω το Αυτονόητο: «Εμείς είμαστε πιο Αδύναμοι,
Σώστε και Προστατέψτε μας από τη Λαίλαπα
Των Μουσουλμάνων, Ανατολικών, των Γύφτων και Αφρικανών»
Κι ακόμη και τα Θύματα μπροστά δεν παίρνουν
Τι χειρότερο Περιμένουν να τους κάνουν; Πόσο
Λοβοτομημένοι έχουν γίνει από μια Ψευτοανθρωπιστική Παιδεία;
Και ο Βαγγέλης το πιο τίμιο παιδί από την Πρέβεζα
Που σαν το σκλάβο για να φέρει πέρα 12ωρα δουλεύει
Μου είπε σαν τους άνοιξαν το φτωχικό: «Σειρά μου ήταν,
Τι να κάνω;»